Η Κύπρος έχει μια μικρή και ανοιχτή οικονομία, επωφελούμενη από την ευέλικτη αγορά εργασίας, η οποία εν μέρει είναι βρετανική κληρονομιά.

Εχουν περάσει τρία χρόνια από τότε που η Κύπρος, βυθίστηκε σε σοβαρή οικονομική κρίση και εντάχθηκε σε πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής σε συμφωνία με τους διεθνείς πιστωτές της, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Σήμερα ολοκλήρωσε το εν λόγω πρόγραμμα με επιτυχία. Το 2015 σημειώθηκε επιστροφή της κυπριακής οικονομίας στην οδό της ανάπτυξης, ενώ στη συνέχεια η εμπιστοσύνη των επιχειρήσεων επανήλθε σε επίπεδα τα οποία είχαν εμφανιστεί τελευταία φορά τον Σεπτέμβριο του 2008. Η νησιωτική χώρα στην περιφέρεια της Ευρωζώνης βρίσκεται στον σωστό δρόμο για μια μακρά και ισχυρή ανάκαμψη.

Οπότε η Κύπρος ακολουθεί με τη σειρά της τα παραδείγματα της Ιρλανδίας, της Πορτογαλίας και της Ισπανίας, οι οποίες εξήλθαν των προγραμμάτων οικονομικής τους στήριξης, έχοντας σημειώσει μεγάλη πρόοδο.

Η ευρωπαϊκή προσέγγιση της υπό όρους χορήγησης πιστώσεων στα κράτη–μέλη της Ευρωζώνης, τα οποία εφαρμόζουν ζωτικές μεταρρυθμίσεις, αποδίδει καρπούς. Φυσικά, το εάν οι προαναφερθείσες χώρες παραμείνουν στην οδό της ανάκαμψης, θα εξαρτηθεί από τη βούληση της πολιτικής τους ηγεσίας. Μια οπισθοδρόμηση των μεταρρυθμίσεων μπορεί να αποβεί ιδιαζόντως δαπανηρή.

Μόνον ένα από τα κράτη που επλήγησαν από την κρίση, η Ελλάδα, παραμένει σε κακή κατάσταση και εξαρτάται από επιπλέον εξωτερική βοήθεια, προκειμένου να αποτρέψει την πλήρη κατάρρευσή του. Πώς εξηγούνται οι διαφορές μεταξύ Ελλάδας και Κύπρου; Σε ένα βαθμό η σύγκριση μεταξύ τους είναι άδικη. Η Κύπρος έχει μια μικρή και ανοιχτή οικονομία, επωφελούμενη από την ευέλικτη αγορά εργασίας, η οποία εν μέρει είναι βρετανική κληρονομιά. Αυτό τη διευκολύνει στο να αντιμετωπίσει δραστικούς κραδασμούς, όπως η διάλυση του υπερδιογκωμένου τραπεζικού της συστήματος προ τριετίας. Αυτή όμως είναι λιγότερο από τη μισή ιστορία. Μετά μια δύσκολη αρχή και αρκετές αναταράξεις, η Κύπρος απλά έπραξε ό,τι έπρεπε, εφαρμόζοντας τις περισσότερες από τις απαιτούμενες μεταρρυθμίσεις. Το να εξηγήσουμε γιατί η Ελλάδα τα πήγε χειρότερα, πρέπει να γίνει αναφορά στην πολιτική σκηνή. Υστερα από μια μακρά και ανώφελα επώδυνη κρίση λόγω υπερβολικής λιτότητας, η επιχειρηματική εμπιστοσύνη άρχισε να ανακάμπτει το καλοκαίρι του 2012. Δύο ήταν οι λόγοι. Πρώτον, ο άρτι εκλεγείς πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς έδειξε τη σοβαρότητα των προθέσεών του να προωθήσει αναπτυξιακές και διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, συνεργαζόμενος παρά αντιτασσόμενος στους δανειστές, που ήταν πρόθυμοι να το κάνουν. Δεύτερον, στην Ευρωζώνη, ο πρόεδρος της ΕΚΤ, Μάριο Ντράγκι, έδωσε τέλος στη συστημική κρίση χρέους, υποσχόμενος να λειτουργήσει η Τράπεζα, όπως και η Fed, ως ύστατος δανειοδότης, εάν κρινόταν αναγκαίο για δημοσιονομικά πειθαρχημένες χώρες.

Στα τέλη του 2014 η επιχειρηματική εμπιστοσύνη είχε ανακάμψει σε υψηλά σχεδόν εξαετίας και η Ελλάδα φαινόταν έτοιμη να επιτύχει 3% ανάπτυξη το 2015. Ωστόσο, η πολιτική αστάθεια επιτάθηκε. Τον Ιανουάριο του 2015 ανέλαβε υπουργός Οικονομικών ο Γιάνης Βαρουφάκης. Ηρθε σε ολομέτωπη αντιπαράθεση με τους πιστωτές. Η επιχειρηματική εμπιστοσύνη κατακρημνίστηκε και η Ελλάδα περιήλθε και πάλι σε ύφεση.

Σπάνια ένας υπουργός Οικονομικών μπορεί να επιφέρει τέτοια καταστροφή τόσο σύντομα. Με την αποπομπή του κάπως αποκαταστάθηκε η εμπιστοσύνη. Ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας πρέπει να ακολουθήσει την Κύπρο, εφαρμόζοντας απλώς τον όγκο των απαιτούμενων μεταρρυθμίσεων, αντί να δίνει τη μία μάχη μετά την άλλη με τους δανειστές της Ελλάδας.